Αρχές Δεκεμβρίου και στο χιονισμένο χωριό του Αη Βασίλη έχουν ξεκινήσει οι ετοιμασίες για τη γιορτή της Πρωτοχρονιάς.
Κάθε πρωί ο ταχυδρόμος με το κόκκινο χιονοποδήλατο του
φθάνει μπρος στη πόρτα του στολισμένου σπιτιού του Αη Βασίλη και χτυπώντας το κίτρινο τριγωνικό κουδούνι παραδίδει στη κυρία Βασιλίτσα, τη γυναίκα του Αη Βασίλη, τα δεκάδες γράμματα των παιδιών.
Η κυρία Βασιλίτσα τα δίνει στον Αη Βασίλη μαζί με ένα ζεστό ρόφημα. Καθισμένος στη πολυθρόνα του ο Αη Βασίλης διαβάζει όλα τα γράμματα.
Δίπλα στο σπίτι του Αη Βασίλη υπάρχει το εργοστάσιο παιχνιδιών που τα ξωτικά με τις πράσινες στολές τους ετοιμάζουν τα παιχνίδια των παιδιών.
Όλα τα ξωτικά εργάζονται με χαρά,
βέβαια έχουν και τον μικρό Σκουντούφλικ που έτσι απρόσεκτος που είναι πέφτει και χαλάει κάποιο παιχνίδι αλλά επειδή είναι τόσο καλός και πρόθυμος
δεν τον μαλώνουν αλλά το φτιάχνουν πάλι από την αρχή.
Ετοιμασίες γίνονται και στο στάβλο των ταράνδων.
Οι μεγαλύτεροι τάρανδοι γυαλίζουν τα κουδουνάκια τους και εκπαιδεύουν στον πέταγμα τα τρία νεαρά ταρανδάκια. Οι δυο μικροί τάρανδοι τα κατάφερναν πολύ καλά. Ο ένας ,όμως,
ο Καφετούλης,
ενώ κατάφερνε να πετάξει, φοβόταν πολύ το ύψος και έτρεμε από το φόβο του. Αποφάσισε τότε ο Γηραιούλης,
ο μεγαλύτερος τάρανδος να μην τον αφήσει να πετάξει τα φετινά Χριστούγεννα. Ο Καφετούλης στεναχωρήθηκε πολύ αλλά ο φόβος του για το ύψος ήταν μεγαλύτερος ώστε ανακουφίστηκε.
Παραμονή Πρωτοχρονιάς και έφτασαν λίγα τελευταία γράμματα. Επειδή η κυρία Βασιλίτσα ετοίμαζε τη βασιλόπιτα της, παρακάλεσε τον Σκουντουφλικ να δώσει τα γράμματα στον Αη Βασίλη. Ο Σκουντουφλικ λίγο από αφηρημάδα, λίγο μαγεμένος από μυρωδιά της βασιλόπιτας, σκόνταψε και σκόρπισε παντού τα γράμματα.
Ωωωωχχ!! Γρήγορα να τα μαζέψω, είπε αλλά στη βιασύνη του δεν είδε ένα γράμμα κάτω από το τραπέζι.
Και έφτασε η ώρα της αναχώρησης του Αη Βασίλη για το μοίρασμα των παιχνιδιών. Τα ξωτικά, η κυρία Βασιλίτσα και ο Καφετούλης μαζεύτηκαν για να αποχαιρετήσουν τον Αη Βασίλη.
– Χοχοχοχο, καλή Πρωτοχρονιά, χαιρέτησε ο Αη Βασίλης.
– Στο καλό, φώναξαν όλοι μαζί.
Τα ξωτικά πήγαν να ξεκουραστούν και η κυρία Βασιλίτσα μπήκε στο σπίτι. Γρήγορα ακούστηκε μια φωνή.
-Ωχ, Αη Βασίλη μου..
Ήταν της κυρίας Βασιλιτσας που είδε το γράμμα κάτω από το τραπέζι. Αμέσως μαζεύτηκαν γύρω της τα ξωτικά. Ήταν το γράμμα της μικρής Μελίνας
που ζητούσε ένα κουκλόσπιτο για να παίζει με την αδερφή της.
– Και τώρα τι κάνουμε; Ο Αη Βασίλης έχει ήδη ξεκινήσει το μοίρασμα και δεν πρέπει να απογοητευτεί κανένα παιδί.
Ο Σκοντουφλίκ κατάλαβε ότι ήταν δικό του λάθος και είπε
–Θα το πάω εγώ
– Μα πως; τον ρώτησαν τα υπόλοιπα ξωτικά.
Όλοι ήταν στεναχωρημένοι. Η κυρία Βασιλίτσα κοιτούσε από το παράθυρο σκεφτική, ώσπου της ήρθε μια ιδέα.
– Ο Καφετούλης. Θα ξυπνήσουμε τον Καφετουλη.
-Μα πως; φοβάται το ύψος, είπε ο Σκοντουφλίκ.
Μα η κυρία Βασιλίτσα ήταν ήδη μέσα στο στάβλο.
Η κυρία βασιλίτσα εξήγησε στο Καφετουλη τι είχε συμβεί και πως θα του έδενε τα μάτια με ένα ΄’μαγικό’ μαντήλι για να μην φοβάται το ύψος.
Το δρόμο θα του έλεγε ο Σκοντουφλίκ ως αναβάτης. Φοβισμένος αλλά αποφασισμένος να βοηθήσει ο Καφετούλης δέχτηκε. Τον στόλισαν με όμορφα κουδουνάκια και του έδεσε τα μάτια η κυρία Βασιλίτσα με ένα μαντήλι. Σκαρφάλωσε επάνω του ο Σκουντουφλικ, κρατήθηκε από το χαλινάρι και ένα, δύο, ωωπ φτάσανε ψηλά στον ουρανό.
Ο Σκουντουφλικ πρώτη φορά ταξίδευε και ήταν μαγεμένος από τα όμορφα φωτάκια των σπιτιών και την ηρεμία της νύχτας.
Άνοιξε τα χέρια του να νιώσει το γλυκό αεράκι. Βέβαια και ο Καφετούλης αν και δεν έβλεπε αισθανόταν υπέροχα.
Τελευταία στιγμή είδε ο Σκουντουφλικ τη πελώρια καμινάδα που ήταν μπροστά τους και φώναξε στον Καφετουλη.
– Προσοχή, προσοχή εμπόδιο μπροστά, είπε και αντί να πιαστεί από το χαλινάρι, τράβηξε το μαντήλι.
Ο Καφετούλης πρόλαβε να αλλάξει πορεία αλλά τώρα έβλεπε πόσο ψηλά ήταν. Ένιωσε μια ανατριχίλα. Αλλά για στάσου ήταν πραγματικά υπέροχο το θέαμα. Πολλά φωτάκια τρεμόπαιζαν από τα σπίτια και στόλιζαν όμορφα το σκοτάδι.
– Είναι πολύ όμορφα, είπε ο Καφετούλης.
– Δεν φοβάσαι; είπε ο Σκουντουφλικ.
– Όχι, καθόλου. Είναι πολύ όμορφα από ψηλά. Εξάλλου πρέπει να παραδώσουμε το δώρο.
Έτσι οι δύο φίλοι συνέχισαν το ταξίδι τους και τα κατάφεραν. Ο Καφετούλης δεν φοβόταν πια το ύψος.
Και όταν ξύπνησε η μικρή Μελίνα βρήκε κάτω από το δέντρο το κουκλόσπιτο που τόσο επιθυμούσε.
(Visited 124 times, 1 visits today)













