Ο αρχηγός των Λιλιπούτειων της μικροσκοπικής πολιτείας είχε εκμυστηρευτεί στο καπετάν Γιώργο για τον παράξενο μακρινό θόρυβο που ακουγόταν  στο νησί κάθε βράδυ.  Οι λιλιπούτειοι φοβόντουσαν μήπως κάποιο φοβερό τέρας κατοικούσε σε ένα από τα κοντινά νησιά και κάθε βράδυ βρυχιόταν.

Ο καπετάν Γιώργος είχε δώσει την υπόσχεση του ότι θα μάθει από πού προέρχεται αυτός ο ήχος. Μαζί με τους φίλους  και συνοδοιπόρους του, Μπίλη και Χρήστο, ετοίμασαν το καράβι τους για τη νέα τους περιπέτεια.

Έπρεπε, όμως, να ταξιδέψουν βράδυ αφού μόνο βράδυ ακουγόταν αυτός ο βαρύς και μακρόσυρτος ήχος. Περίμεναν να γεμίσει το φεγγάρι, να έχει δηλ. πανσέληνο, για να σαλπάρουν. Έτσι και έγινε. Με πανσέληνο ξεκίνησαν για να βλέπουν καλύτερα και με οδηγό τον άγνωστο ήχο.
Ευτυχώς είχαν ήρεμη θάλασσα και δεν χρειαζόταν να ανησυχούν και για τρικυμίες. Το μόνο που τους κρατούσε σε εγρήγορση και αγωνία ήταν για το τι θα συναντούσαν. Από πού να προερχόταν αυτός ο ήχος; Μήπως ήταν κάποιο τέρας; Και αν χρειαζόταν να δώσουν μάχη; Πολλά περνούσαν από το μυαλό τους και τους ανησυχούσαν. Αλλά είχαν δώσει μια υπόσχεση και θα την κρατούσαν.
Ο ήχος όλο και δυνάμωνε που σήμαινε ότι πλησίαζαν. Σε λίγο θα ξημέρωνε και φοβόντουσαν μήπως σταματήσει ο ήχος και δεν προλάβουν να μάθουν από πού προέρχεται. Αλλά σαν να είχαν πλησιάσει αρκετά. Ο Μπίλης ανέβηκε στο ψηλότερο κατάρτι με τα κύαλια του για να δει τι είναι αυτό που κάνει τόσο θόρυβο. Κοιτάει από τα κύαλια του και φωνάζει:
-καπετάν Γιώργο, ένα νησί μπροστά μας με ένα βουνό στη μέση.
-βλέπεις τίποτα άλλο; ρώτησε ο Χρήστος
-όχι ακόμα.
Σιγά σιγά άρχισαν να ξεπροβάλουν οι πρώτες ακτίνες του ήλιου και να φωτίζουν τη θάλασσα και το νησί μπροστά τους.
Ο ήχος όλο και δυνάμωνε όσο πλησίαζαν στο νησί. Ο Μπίλη ξανακοίταξε από τα κυάλια του και είπε:
-μα τις χίλιες θάλασσες! Αυτό δεν είναι βουνό. Είναι ένας γίγαντας.
-γίγαντας; ξαφνιασμένος ο καπετάν Γιώργος.
ναι, ένας γίγαντας που κοιμάται. Αυτός ο θόρυβος είναι ροχαλητό.
– εμπρός ας γυρίσουμε πίσω, είπε φοβισμένος ο Χρήστος.
Ο καπετάν Γιώργος σκεφτικός ρώτησε τον Μπίλη:
-βλέπεις τίποτα άλλο;
-όχι, πρόλαβε να πει και του έπεσαν τα κύαλια, νομίζω ότι ξύπνησε.
Πράγματι, ο ήχος σταμάτησε και σαν να σείστηκε θάλασσα και γη. Ο γίγαντας σηκώθηκε όρθιος και είδε το καράβι των τριών συνοδοιπόρων. Τώρα ήταν αργά για να γυρίσουν. Ο γίγαντας μπήκε στη θάλασσα και πλησίασε περπατώντας το καράβι, σηκώνοντας, όμως, άθελα του με το σώμα του κύμα μεγάλο, ικανό να αναποδογυρίσει το καράβι. Οι τρεις φίλοι για μια στιγμή φοβήθηκαν. Αλλά ο γίγαντας άπλωσε το χέρι του και έπιασε απαλά το καράβι πριν βυθιστεί.
Ο γίγαντας έφερε κοντά στο πρόσωπο του το καράβι και χαμογέλασε στους τρεις φίλους που προσπαθούσαν να κρατηθούν από κάπου ώστε να μην πέσουν στη θάλασσα.
-ποιοι είστε και που πάτε; Είπε με βροντερή φωνή αλλά με μια γλυκύτητα στο πρόσωπο του ο γίγαντας.
Ανασήκωσε το ανάστημα του ο καπετάν Γιώργος και είπε:
είμαστε τρείς φίλοι και ταξιδέψαμε ως εδώ  για να μάθουμε τι είναι αυτός ο θόρυβος που ακούγαμε κάθε βράδυ.
-ποιος θόρυβος; είπε ο γίγαντας.
αυτός ο θόρυβος που κάνεις όταν κοιμάσαι, είπε ο Μπίλη με ύφος.
-εγώ; απόρησε ο γίγαντας.
δεν μας βάζεις στο νησί σου, είπε ο Χρήστος ήρεμος πια αφού είδε ότι ήταν ένας ήσυχος γίγαντας και όχι κάποιο φοβερό τέρας.
ναι, και τους κατέβασε στο νησί του.
Οι τρεις φίλοι μίλησαν με τον καλοκάγαθο γίγαντα που τον λένε  Ιάσωνα. Τους είπε ότι ζούσε μόνος του πολύ καιρό αφού τον εγκατέλειψαν τα δύο του αδέρφια που ήθελαν να αλλάξουν νησί. Δεν ήθελε να είναι άλλο μόνος του.
Οι τρεις φίλοι άκουσαν με προσοχή τον γίγαντα και ο καπετάν Γιώργος είπε:
-δεν χρειάζεται να είσαι άλλο μόνος σου.
-τι σκέφτηκες; ρώτησε ο Μπίλης
έχω μια ιδέα, είπε χαμογελώντας ο καπετάν Γιώργος.
Σύντομα θα μάθετε ποια είναι η ιδέα του καπετάν Γιώργου. Συνεχίζεται…..
 
(Visited 15 times, 1 visits today)

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

18 − four =