Δεν σας είχα πει ότι το σχολείο που πηγαίνει η Ζωή είναι ένα παλιό αλλά καλοδιατηρημένο κτήριο. Κάποια από τα αντικείμενα του σχολικού κτηρίου είναι από τότε που φτιάχτηκε. Η δασκάλα τους το είχε πει τη πρώτη μέρα στο σχολείο αλλά τα παιδιά δεν έδωσαν σημασία.
Μια μέρα η Ζωή και η Μαριάννα έμειναν μέσα στη τάξη σαν επιμελήτριες. Η Μαριάννα κοίταζε τις κιμωλίες στο μαυροπίνακα. Πήρε μια κιμωλία και άρχισε να ζωγραφίζει. Στην αρχή έφτιαξε έναν ήλιο και μετά ένα σπιτάκι. Ξαφνικά, άρχισε με δύναμη και απότομα να μουντζουρώνει στο μαυροπίνακα.
-ωχ,ωχ, ακούστηκε.
Η Μαριάννα τραβήχτηκε πίσω και η Ζωή που χάζευε ένα βιβλίο σήκωσε το κεφαλάκι της. Μπα, σκέφτηκε η Μαριάννα, θα μου φάνηκε .Συνέχισε να μουντζουρώνει με δύναμη.
-Μπα, πονάωωω, ακούστηκε πάλι
Η Μαριάννα τραβήχτηκε πάλι πίσω. Η Ζωή σηκώθηκε από το θρανίο.
-ποιος είναι, ρώτησε η Μαριάννα.
Αλλά κανείς δεν απάντησε. Η Μαριάννα τράβηξε μια μακριά γραμμή με τη κιμωλία αλλά πάλι κάπως απότομα.
–πονάωωω, είπα, δεν καταλαβαίνεις, ρώτησε πάλι αυτή η φωνή.
Η Μαριάννα τρόμαξε και η Ζωή έτρεξε στη πόρτα να δει ποιος τους κάνει πλάκα. Αλλά κανείς δεν ήταν. Τότε, φοβήθηκε και η Ζωή.
-Ποιος είναι, ρώτησε η Μαριάννα, φανερώσου.
-Αααα, δεν δέχομαι προσταγές και άλλη φορά να είσαι πιο ευγενική μαζί μου, ακούστηκε.
–Ζωή, φοβάμαι, είπε η Μαριάννα. Και αγκάλιασε τη φίλη της.
Τότε, σβήστηκαν οι μουντζούρες της Μαριάννας στο μαυροπίνακα και ένα στοματάκι με δυο ματάκια σχηματίστηκαν πάνω του.
–Εγώ γλυκό και φοβητσιάρικο κορίτσι μου, σου μίλησα. Με καταγρατζούνησες με τις μουντζούρες σου και δεν είμαι και τόσο νέος πια, είπε ο μαυροπίνακας.
–Μιλάς, ρώτησε η Ζωή, μπορείς και μιλάς;
-ναι, μπορώ. Ουφ, έσκασα τόσες μέρες στη σιωπή.
-καλά πως μπορείς και μιλάς; με απορημένο ύφος η Μαριάννα και κρατώντας σφιχτά το χέρι της Ζωής.
–είμαι μαγεμένος. Πριν πολλά μα πάρα πολλά χρόνια, όταν φτιαχνόταν αυτό το σχολείο ανάμεσα στους εργάτες υπήρχε ένας μάγος που κρατούσε μυστική τη ταυτότητα του.
-Μάγος; είπε η Μαριάννα και έμεινε με ανοικτό το στόμα.
-ναι ,μάγος. Αλλά δεν ήξερε γράμματα και ήθελε πολύ να μάθει. Όταν είδε που με κρέμασαν στη τάξη σκέφτηκε πως θα μπορούσε να μου κάνει μάγια και να μιλάω ώστε να του μάθω να γράφει και να διαβάζει.
-και έμαθε; ρώτησε η Ζωή
–ναι. Αλλά όταν έφυγε με άφησε μαγεμένο. Όλα αυτά τα χρόνια ακούω αυτά που λένε τα παιδάκια, αισθάνομαι τις ζωγραφιές τους και ταξιδεύω με τη φαντασία τους αλλά βλέπω και τα ορνιθοσκαλίσματα που κάνουν κάποιες φορές και κρατιέμαι με το ζόρι να μην μιλήσω.
-αχχχ και σε πόνεσα με τις μουντζούρες μου, είπε μισοδαγκώνοντας τα χειλάκια της η Μαριάννα από ντροπή.
-Καλά δεν πειράζει την επόμενη φορά να είσαι πιο ευγενική μαζί μου
Ξαφνικά, ακούστηκε το κουδούνι.
–κορίτσια, μην με μαρτυρήσετε. Αν μάθουν ότι είμαι μαγεμένος θα με διώξουν. Και όταν θα είστε πάλι μόνες στη τάξη θα σας εκμυστηρευτώ και άλλα.
-είναι και άλλοι μαγεμένοι μαυροπίνακες; ρώτησε η Ζωή.
-όχι, μαυροπίνακες, είπε αλλά δεν τελείωσε τη φράση του και το σχηματισμένο πρόσωπο εξαφανίστηκε.
Τα πρώτα παιδιά μπήκαν στη τάξη. Η Ζωή έσκυψε στο αυτί της Μαριάννας και της ψιθύρισε:
–θα το κρατήσουμε μυστικό, συμφωνείς;
Η Μαριάννα έγνεψε καταφατικά και κάθισε στο θρανίο της. Όταν τελείωσε το μάθημα οι δύο φίλες έφυγαν πιασμένες χέρι χέρι για τα σπίτια τους. Πριν βγουν από τη τάξη η Μαριάννα έσκασε ένα χαμόγελο στο μαγεμένο μαυροπίνακα.
(Visited 77 times, 1 visits today)




