Θυμάστε το σεντούκι με τον «θησαυρό» που είχε βρει ο καπετάν Γιώργος; Ένα σεντούκι γεμάτο βιβλία με γνώσεις και χάρτες για τόπους μακρινούς. Πολλά από τα βιβλία τα είχε διαβάσει μαζί με το φίλο του Μπίλη. Και είχε επισκεφτεί πολλούς από αυτούς τους τόπους που είχαν οι χάρτες.

Υπήρχε, όμως και ένας χάρτης που έδειχνε ένα νησί σε μια μακρινή τοποθεσία στη μέση του πουθενά. Σε όσους άλλους χάρτες και αν το αναζήτησε ο Γιώργος δεν το βρήκε πουθενά.
Μα τι νησί να είναι αυτό, αναρωτιόταν ο Γιώργος, που δεν υπάρχει σε κανέναν άλλο χάρτη. Και δεν υπάρχει τίποτα άλλο δίπλα του.
Αυτό το άγνωστο ήταν που κέντριζε το ενδιαφέρον του Γιώργου. Μήνες σκεφτόταν μήπως θα έπρεπε να τολμήσει ένα τόσο ριψοκίνδυνο ταξίδι. Ο Μπίλη ήταν διστακτικός. Χρειαζόταν μεγάλη προετοιμασία και θάρρος για να κάνουν ένα τέτοιο ταξίδι.
Αλλά οι δύο θαρραλέοι φίλοι πήραν την απόφαση να ταξιδέψουν τόσο μακριά και ριψοκίνδυνα. Άρχισαν, λοιπόν, να αποθηκεύουν στο αμπάρι του καραβιού τους τρόφιμα και νερό, φάρμακα, εργαλεία και ότι άλλο χρειάζεται ένα τέτοιο ταξίδι. Μαζί τους αυτή τη φορά θα έπαιρναν και έναν φίλο τους, τον Χρήστο, που ήξερε να φτιάχνει και να διαβάζει τους χάρτες. Η προετοιμασία κράτησε δυο εβδομάδες με το καπετάνιο Γιώργο να δουλεύει σκληρά. Ήθελε πολύ να κάνει αυτό το ταξίδι.
Και έφτασε η μέρα που θα ξεκινήσουν το ταξίδι τους. Ανέβηκαν στο κατάστρωμα ενθουσιασμένοι. Κοιτούσαν τη στεριά που, καθώς απομακρύνονταν, φαινόταν όλο και μικρότερη ώσπου στο τέλος χάθηκε από τα μάτια τους. Μέρες ταξίδευαν και άφηναν πίσω τους το ένα νησί μετά το άλλο.
Και ενώ πλησίαζαν στο σημείο που ο χάρτης έδειχνε, τίποτα δεν φαινόταν στον ορίζοντα.
-μήπως τελικά κάναμε λάθος και αναζητήσαμε αυτό το νησί, καπεταν Γιώργο; ρώτησε ο Μπίλη. Δεν φαίνεται τίποτα να υπάρχει,συνέχισε κοιτώντας με τα κυάλια του
-μήπως πρέπει να δούμε πάλι τον χάρτη; ρώτησε ο Χρήστος και μελέτησε πάλι τον χάρτη
Ο καπετάν Γιώργος ήταν σκεφτικός.
όχι, εδώ θα είναι. Είμαι σίγουρος.  Ρίξτε την άγκυρα. Φώναξε ο Γιώργος
μα πως είσαι σίγουρος; απόρησε ο Μπίλης
-ότι έχουμε διαβάσει ή σε βιβλίο ή σε χάρτη από το σεντούκι, ποτέ δεν μας διέψευσε
Ρίξανε την άγκυρα και περίμεναν στο κατάστρωμα. Νύχτωσε. Τίποτα, όμως. Χωρίστηκαν σε βάρδιες και κοιμήθηκαν. Το πρωί που ο καπετάν Γιώργος ήταν βάρδια, κύματα εμφανίστηκαν και μια βουή ακούστηκε. Τα κύματα έγιναν πιο μεγάλα και η βουή δυνάμωνε. Ξύπνησαν και οι φίλοι του.
τι συμβαίνει; ρώτησε ο Μπίλη.
Και πριν προλάβει καλά καλά να τελειώσει ένα νησί άρχισε να εμφανίζεται μπροστά τους. Έβγαινε μέσα από τον βυθό της θάλασσας. Οι τρεις φίλοι δεν μπορούσαν να πιστέψουν στα μάτια τους. Το νησί δεν ήταν πολύ μεγάλο αλλά είχε πλούσια βλάστηση. Πάνω στο νησί καθόντουσαν άνθρωποι αλλά κάτι διαφορετικό είχαν πάνω τους. Ήταν άνδρες και γυναίκες. Τα πόδια τους ήταν λίγο διαφορετικά από τα δικά μας. Τα έχασαν όταν είδαν το καράβι και τους τρεις φίλους να τους κοιτάνε.
-ποιοι είστε; πως λέγεται το νησί σας; πως βγήκε από βυθό; ρώτησε όσα πιο πολλά και όσο πιο γρήγορα μπορούσε ο καπετάν Γιώργος.
Ένας από τους άνδρες πλησίασε και είπε:
το νησί μας λέγεται Ωκεάνιο και είμαστε γοργόνοι-ες. Μια φορά τον χρόνο ανεβαίνουμε στην επιφάνεια της θάλασσας για λίγες μέρες και αφήνουμε τα δάκρυα μας να στεγνώσουν στον ήλιο για να γίνουν μαργαριτάρια.
-απίστευτο,είπε ο Χρήστος, και οι ουρές σας;
-κατεβείτε, ξένοι. Έλατε να τα πούμε από κοντά.
Μαγεμένοι από το τοπίο και το ότι έβλεπαν πρώτη φορά γοργόνες οι τρεις φίλοι κατέβηκαν από το καράβι. Έμειναν μαζί με τους γοργόνους όσο το νησί ήταν στην επιφάνεια. Έμαθαν και είδαν τόσα καινούρια πράγματα που δεν τα φανταζόντουσαν ποτέ. Ο Χρήστος  κατέγραφε τα πάντα και ετοίμαζε και το χάρτη του νησιού.
Πέρασαν οι μέρες και έφτασε η στιγμή που το νησί θα βυθιζόταν και οι τρεις φίλοι έπρεπε να το εγκαταλείψουν. Χαιρετήθηκαν. Ανεβαίνοντας στο καράβι ο καπεταν Γιώργος ζήτησε από τον Χρήστο να πετάξει όλα όσα είχε καταγράψει.
-μα γιατί;
-γιατί το μέρος αυτό πρέπει να παραμείνει ασφαλές για τις γοργόνες και κανείς άλλος να μην το επισκεφτεί. Αρκετά όσα είδαμε και μάθαμε. Κράτησε τα στο μυαλό σου και στη καρδιά σου, είπε ο καπετάνιος
-έχεις δίκιο και με μιας τα πέταξε στη θάλασσα ο Χρήστος.
Οι τρεις φίλοι επέστρεψαν στη χώρα τους και ποτέ μα ποτέ δεν αποκάλυψαν τι είδαν σε αυτό το ταξίδι. Μόνο σε εμένα τα εκμυστηρεύτηκαν αλλά και εγώ δεν θα μαρτυρήσω τίποτα άλλο, ακόμα και αν μου τάξετε μια χούφτα μαργαριτάρια!
 
(Visited 5 times, 1 visits today)

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

two × one =