Μια φορά και ένα καιρό σε ένα πανέμορφο δάσος ζούσαν ευτυχισμένες πολλές οικογένειες ζώων. Τα μικρά ζωάκια μαζεύονταν  κάθε πρωί για να παίξουν ανέμελα ανάμεσα στα λουλούδια και τα δέντρα, μόνο που τους είχαν απαγορεύσει να πλησιάζουν στη βόρεια δυτική πλευρά του δάσους. Εκεί μέσα σε μια κουφάλα δέντρου ζούσε ένα τεράστιο και μοχθηρό φίδι, που τον χειμώνα κοιμόταν αλλά από την άνοιξη έβγαινε και έψαχνε για τροφή.

Κάθε πρωί η μικρή και γλυκιά  σκαντζοχοιρίνα, η Τζίνα, έπινε το ζεστό γάλα που της έφτιαχνε η μαμά της στη κουζίνα πριν βγει να παίξει με τους φίλους της.
Από το παράθυρο χάζευε τη μαμά σκιουρίνα που βούρτσιζε με μια όμορφη σκαλιστή βούρτσα την φουντωτή ουρά της φίλης της, της Πέππης.

Αυτή τη βούρτσα της την είχε φτιάξει ο γερό- κάστορας με τα δυο μεγάλα του δόντια και ήταν πραγματικά πολύ όμορφη. Η Τζίνα ήθελε και αυτή μια τόσο όμορφη βούρτσα.

Ένα πρωινό η Τζίνα ρώτησε τη μαμά της: –Μαμά εγώ γιατί έχω αγκάθια? Γιατί δεν έχω και εγώ μια ωραία φουντωτή ουρίτσα όπως η Πέππη;

 

-Μικρή μου Τζίνα, καθένας έχει κάτι ξεχωριστό για το οποίο είναι σπουδαίος. Εμείς έχουμε αγκάθια για να προστατεύουμε εμάς και τους φίλους μας, της είπε η μαμά της αγκαλιάζοντας την τρυφερά.
αχ, πόσο θα ήθελα, όμως, να είχα τρίχωμα κ να έχω μια τέτοια σκαλιστή βούρτσα, μονολόγησε η Τζίνα και βγήκε από τη πόρτα για να πάει να συναντήσει τους μικρούς της φίλους.
Οι μέρες περνούσαν και έφτασε η άνοιξη. Τα δέντρα καταπράσινα και τα λουλούδια ανθισμένα μοσχοβολούσαν. Ένα τέτοιο όμορφο πρωινό η Τζίνα, η Πέππη και ένα μικρό κουνελάκι, ο Κίκκος αποφάσισαν να μαζέψουν πολλά λουλούδια για να φτιάξουν το πιο μεγάλο στεφάνι. Άρχισαν να μαζεύουν όλων των ειδών τα άνθη και παρασυρμένοι από την ομορφιά και τη μυρωδιά των λουλουδιών, δεν κατάλαβαν ότι πλησίαζαν στη φωλιά του τρομερού φιδιού.

Ξαφνικά ακούστηκε η φωνή της Πέππης: – ωχ, η ουρίτσα μου.
 Είχε πιαστεί σε ένα αγκαθωτό θάμνο και δεν μπορούσε να τη ξεμπλέξει. Έτρεξαν κοντά της η Τζίνα και ο Κίκκος και προσπαθούσαν να την απελευθερώσουν. Τη φωνή της, όμως, άκουσε και το φίδι που πεινασμένο όπως ήταν, δεν άργησε να τους πλησιάσει.

-Ωχ, κοιτάξτε, είπε τρέμοντας από φόβο ο Κίκκος.
Το φίδι τους είχε πλησιάσει αρκετά και ήταν έτοιμο να ορμήξει να τους φάει. Η Πέππη έκλαιγε και ο Κίκκος είχε κλείσει τα ματάκια του.
Η Τζίνα όμως, θυμήθηκε τα λόγια της μαμάς της” τα αγκάθια τα έχουμε για να προστατεύουμε εμάς και τους φίλους μας”. Έσμιξε τα χεράκια της με τα ποδαράκια της και έγινε μια αγκαθωτή μπάλα που με ορμή έπεσε πάνω στο φίδι τσιμπώντας το δυνατά. Το φίδι μην μπορώντας να αντέξει τους πόνους από τα αγκάθια τράπηκε σε φυγή.

Ο Κίκκος έβγαλε την ουρίτσα της Πέππης από το θάμνο και κρατώντας ο ένας το χέρι του άλλου φοβισμένοι πήραν το δρόμο της επιστροφής για τα σπίτια τους.

-Σε ευχαριστώ πολύ, είπε η Πέππη στη Τζίνα. Αν δεν ήσουν εσύ δεν θα τα καταφέρναμε. Είσαι πραγματικά τυχερή που έχεις τα αγκάθια σου.
Η Τζίνα σκέφτηκε: είχε δίκιο η μαμά μου. Καθένας έχει κάτι ξεχωριστό για το οποίο είναι σπουδαίος. Είμαι περήφανη για τα αγκάθια μου. Πόσο δίκιο έχει η μαμά.
Φτάνοντας στο σπίτι της η Τζίνα είδε τη μαμά της να τη περιμένει στη πόρτα. Έτρεξε γρήγορα στην αγκαλιά της και της έδωσε ένα φιλί. Ποτέ πια δεν ζήλεψε τη σκαλιστή βούρτσα.

Παιδιά ξέρατε ότι: Οι σκαντζόχοιροι βγάζουν διάφορες φωνές και δυνατά τσιρίγματα.
Όλοι οι σκαντζόχοιροι μπορούν να τυλιχτούν σε σφιχτή μπάλα, και με τη βοήθεια υποδόριων μυών να κάνουν τα αγκάθια τους να πεταχτούν προς τα έξω.
(Πηγή πληροφοριών: Βικιπαίδεια/Σκαντζόχοιρος)

Subscribe!

Γραφτείτε στα ενημερωτικά δελτία για να λαμβάνετε όλα τα νέα μας!

*Τα στοιχεία που καταχωρούνται θα χρησιμοποιηθούν αποκλειστικά από το oiparamythenies.gr και από κανέναν άλλο οργανισμό ή φυσικό πρόσωπο και έχουν σκοπό μόνο την αποστολή ενημερωτικών δελτίων

(Visited 302 times, 1 visits today)

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

one × five =