Η Ζωή και η φίλη της η Μαριάννα κρατούσαν καλά μυστικό το μαγεμένο μαυροπίνακα του σχολείου τους και ανυπομονούσαν να γίνουν πάλι επιμελήτριες της τάξης για να του μιλήσουν μόνες τους.
Η Μαριάννα μετά τις γρατζουνιές που έκανε με τη κιμωλία άγαρμπα πάνω στο μαυροπίνακα αναγκάζοντας τον έτσι να φανερωθεί και να της ζητήσει να σταματήσει, κάθε φορά που η δασκάλα της τη σήκωνε στον πίνακα ήταν πιο τρυφερή μαζί του και πάντα τον καθάριζε όταν τελείωνε.
Και έφτασε η μέρα που οι δύο φίλες θα ήταν πάλι επιμελήτριες. Η αγωνία τους και η ανυπομονησία να ακούσουν το κουδούνι του σχολείου να χτυπήσει για διάλλειμα ήταν μεγάλη.
Ντριν, ντριν χτύπησε δυνατά το κουδούνι ο διευθυντής του σχολείου. Τα παιδιά χύθηκαν τρέχοντας έξω στο προαύλιο. Οι δυο συμμαθήτριες έτρεξαν μπροστά στον μαυροπίνακα και τον καλημέρισαν.
–επιτέλους να μιλήσω σε κάποιον, είπε ο μαυροπίνακας και σχηματίστηκε το πρόσωπο του.
–αχχχ, πες μας και άλλα μυστικά, είπε η Μαριάννα έχοντας ένα πονηρό χαμόγελο στο φωτεινό προσωπάκι της. Υπάρχει και άλλος μαγεμένος μέσα στο σχολείο; έμαθε ο μάγος γράμματα; πως τον λένε; τι τρώει ένας μάγος; που είναι τώρα; Έκανε τόσες ερωτήσεις με μια ανάσα.
-πάντα τόσο γρήγορα μιλάς, είπε ο μαγεμένος μαυροπίνακας.
–ναι, πετάχτηκε η Ζωή.
-μάθε να μην είσαι βιαστική και ανυπόμονη, είπε ο μαυροπίνακας.
Η Ζωή πήρε μια κιμωλία και έφτιαξε μια καρδούλα στο ένα μάγουλο του.
–είδες μια μπλε καρδούλα που σου έφτιαξα, είπε με χαρά.
-Τι;; είπαν μαζί με μια φωνή ο μαυροπίνακας και η Μαριάννα.
Η Ζωή κοίταξε καλύτερα και αναρωτήθηκε μήπως δεν είναι μπλε.
–καλή μου αυτή είναι πράσινη κιμωλία.
-αχ, ναι, μερικές φορές μπερδεύομαι, είπε με παράπονο.
–θες να μάθεις καλύτερα τα χρώματα, είπε με ύφος δασκάλου ο μαυροπίνακας.
-φυσικά, θα με μάθεις εσύ;
-όχι εγώ. Πάρε εκείνο το κουτί με τις χρωματιστές κιμωλίες που είναι στο ράφι και φέρτε τες εδώ.
Η Ζωή πήρε το παλιό κουτί με τις πολλές χρωματιστές κιμωλίες και το άνοιξε. Τότε φωνούλες χαρούμενες ακούστηκαν.
-πιαστήκαμε τόσο καιρό μέσα σε αυτό το κουτί.
Οι χρωματιστές κιμωλίες μιλούσαν και καθεμία είχε διαφορετική φωνή. Η κίτρινη κιμωλία είχε τσιριχτή φωνή, η ροζ κιμωλία ναζιάρικη φωνή και η μπλε μια ήρεμη φωνή.
Η Μαριάννα χτυπούσε τα χέρια της από χαρά και φώναζε:
-και άλλοι μαγεμένοι.
-λοιπόν, καλές μου κιμωλίες θέλουμε τη βοήθεια σας. Η μικρή Ζωή μπερδεύει ακόμα τα χρώματα.
-θα της τα μάθουμε εμείς, είπε η κόκκινη κιμωλία.
Κάθε φορά που η Ζωή έπιανε μια χρωματιστή κιμωλία, αυτή της συστηνόταν και της έλεγε και ένα τραγούδι για το χρώμα της. Η Ζωή και η Μαριάννα διασκέδαζαν και μάθαιναν καλύτερα τα χρώματα.
Αλλά το διάλλειμα τελείωσε και όλοι έδωσαν ραντεβού για το επόμενο διάλλειμα ώστε να μάθει η Ζωή τα χρώματα. Και πράγματι μέχρι να σχολάσουν τα είχε μάθει και πια δεν τα μπέρδευε.
-λες να υπάρχουν και άλλα μαγεμένα πράγματα μέσα στο σχολείο μας,ρώτησε η Μαριάννα τη φίλη της στη διαδρομή για το σπίτι.
–δεν ξέρω, φαντάζομαι πως θα υπάρχουν, είπε η Ζωή για να ευχαριστήσει τη Μαριάννα.
Εσείς τι λέτε, υπάρχουν;
(Visited 105 times, 1 visits today)




