Σήμερα θα σας συστήσω το μικρό αρκουδάκι Μπόμπο. Ένα μικρό χαριτωμένο αρκουδάκι που είχε, όμως, μια κακιά συνήθεια. Έκανε ότι έκαναν οι άλλοι. Αντέγραφε ότι έβλεπε στα άλλα ζωάκια και αυτό δεν είναι πάντα καλό.
Η μαμά του του εξηγούσε ότι καθένας μας είναι ξεχωριστός και διαφορετικός και για αυτό δεν κάνουμε όλοι τα ίδια πράγματα τόσο καλά. Ο Μπόμπο, όμως, δεν μπορούσε να καταλάβει τι σημαίνει αυτό. Έτσι, η μαμά του το άφησε να το διαπιστώσει μόνο του.
Ένα πρωινό ο Μπόμπο, όπως έπαιζε με τους φίλους του, πρόσεξε πόσο χαριτωμένα χοροπηδούσε το λαγουδάκι. Ήθελε και το αρκουδάκι να χοροπηδήσει τόσο χαριτωμένα. Άρχισε να χοροπηδάει αλλά δεν ήταν τόσο εύκολο όσο φαινόταν. Ούτε ήταν τόσο χαριτωμένος, πιο πολύ αστείος φαινόταν.  Ο Μπόμπο ήταν πιο ψηλός και πιο χοντρός και τα ποδαράκια του δεν ήταν τόσο ευλύγιστα όσο του λαγού.  Σύντομα κουράστηκε και έπεσε κάτω  στο έδαφος.
 Οι φίλοι του γέλασαν και η Ρούμπι, η ελαφίνα, του είπε:
-Μπόμπο, δεν μπορείς να κάνεις σαν το λαγό, είσαι αρκουδάκι.
Μα γιατί γιατί γιατί; ρώτησε εκνευρισμένο το αρκουδάκι. Και από ότι φάνηκε μυαλό δεν έβαλε.
Τότε, είδε ένα πουλί με πανέμορφα φτερά και μελωδική φωνή να κάθεται πάνω στο κλαδί ενός δέντρου. Ο Μπόμπο μαγεύτηκε από το θέαμα και τη φωνή. Και φυσικά ήθελε να κάνει το ίδιο. Σκαρφάλωσε στο δέντρο και προσπαθούσε να φτάσει δίπλα στο πουλί.
Η φίλη του η ελαφίνα, η Ρούμπι, του φώναζε:
-Μπόμπο, μην ανέβεις.
Αλλά δεν τη άκουγε και συνέχισε.
Και με το που ανέβηκε στο κλαδί ακούστηκε θόρυβος κρατς  και το κλαδί έσπασε. Το πουλί με τα πολύχρωμα φτερά πέταξε αλλά ο Μπόμπο έπεσε με δύναμη κάτω. Χτύπησε το πόδι του και πονούσε.
-Αχχχχχ, το ποδαράκι μου. πονάωωωω.
-Σου είπα είσαι αρκούδος, δεν μπορείς να ανέβεις στο κλαδί.
Σιγά σιγά στάθηκε πάλι στα πόδια του και πήρε το δρόμο για τη φωλιά του. Κάπου κοντά στη φωλιά του είδε ένα σκίουρο να τρώει ένα βελανίδι με τα δυο μεγάλα μπροστινά του δόντια.
Μα τι ωραία που ροκανίζει το βελανίδι του, σκέφτηκε. Και χωρίς να χάσει λεπτό αρπάζει ένα βελανίδι και ξεκινάει να το ροκανίζει με τα μπροστινά του δόντια. Αλλά μετά τη δεύτερη προσπάθεια τα δόντια του άρχισαν να πονάνε.
-Αχχχχχ, τα δοντάκια μου, μανούλα μου, πονάωωωω.  Βογκούσε και τον άκουσε η μαμά αρκούδα και έτρεξε κοντά του. Πήρε το αρκουδάκι στη φωλιά τους και το φρόντισε.
Τώρα ο Μπόμπο είχε καταλάβει ότι δεν μοιάζουμε όλοι και κάποιες φορές δεν κάνουμε ότι κάνει ο άλλος. Μην κάνεις ότι κάνω!!!

Subscribe!

Γραφτείτε στα ενημερωτικά δελτία για να λαμβάνετε όλα τα νέα μας!

*Τα στοιχεία που καταχωρούνται θα χρησιμοποιηθούν αποκλειστικά από το oiparamythenies.gr και από κανέναν άλλο οργανισμό ή φυσικό πρόσωπο και έχουν σκοπό μόνο την αποστολή ενημερωτικών δελτίων

(Visited 378 times, 1 visits today)

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

eight + 10 =