Μια φορά και ένα καιρό σε ένα δάσος σε δυο κουφάλες δέντρων έμεναν δυο οικογένειες σκίουρων. Τα δυο πιο μικρά σκιουράκια , η Λέλα και ο Τίκο πέρναγαν μαζί πολλές ώρες.
–να τα μοιραστούμε , είπε ο Τίκο και άρχισε αμέσως το μοίρασμα.
Ένα εγώ, ένα εσύ,
δύο εγώ, δύο εσύ,
τρία εγώ, τρία και εσύ,
τέσσερα εγώ, τέσσερα και εσύ,
πέντε εγώ, πέντε και εσύ,
έξι εγώ εεεε…. και ωωωχ δεν υπήρχε άλλο. Τώρα ποιος θα έπαιρνε το έκτο τελευταίο βελανίδι;
O Τίκο είπε: – θα το πάρω εγώ. Εγώ το είδα πρώτος.
Η Λέλα, όμως, δεν συμφώνησε:- όχι, εγώ θα το πάρω.
-όχι εγώ είπε αρπάζοντας το ο Τίκο. Και άρχισαν να φωνάζουν και να μαλώνουν για το βελανίδι, ξεχνώντας ότι είναι φίλοι.
Οι φωνές τους ακούγονταν σχεδόν σε όλο το δάσος. Τους άκουσε η μαμά σκιουρίνα του Τίκο και έτρεξε να δει τι συμβαίνει.
Σκέφτηκε τότε μια λύση για το βελανίδι που έκανε τους δύο φίλους να μαλώσουν.
-μα γιατί; πως θα το φάμε έτσι; είπε η Λέλα.
–δεν θα το φάτε τώρα. Θα το καλύψετε πάλι με χώμα και κάθε πρωί θα έρχεστε μαζί να του ρίχνετε νερό. Αυτό με τον καιρό θα γίνει δέντρο.
– Δέντρο; τι δέντρο; αναρωτήθηκε ο Τίκο.
–το δέντρο της φιλίας. Αυτό μέρα με μέρα θα μεγαλώνει και κάποια στιγμή θα δώσει πολλούς καρπούς.
Ο Τίκο και η Λέλα δεν κατάλαβαν εκείνη τη στιγμή τι εννοούσε ακριβώς η μαμά τους αλλά δέχτηκαν να φυτέψουν το βελανίδι. Έτσι, κάθε πρωί πήγαιναν μαζί και πότιζαν το βελανίδι και αυτό σιγά σιγά έγινε δεντράκι και μετά δέντρο μεγάλο.
Και οι δύο φίλοι μεγάλωσαν και αυτοί και κατάλαβαν γιατί το έκανε η μαμά σκιουρίνα και τι ακριβώς εννοούσε.
Εσείς καταλάβατε τι έκανε και τι εννοούσε με τους καρπούς;;;
(Visited 541 times, 1 visits today)





